Τα γονίδια έχουν μεγαλύτερη σημασία από ό,τι νομίζαμε

Για χρόνια, οι επιστήμονες πίστευαν ότι το προσδόκιμο ζωής καθορίζεται κυρίως από το περιβάλλον, τις συνήθειες και την τύχη, ενώ τα γονίδια έπαιζαν έναν μικρό, σχεδόν αμελητέο ρόλο.
Μια νέα έρευνα όμως από το Ινστιτούτο Weizmann του Ισραήλ, που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό Science, έρχεται να ανατρέψει αυτή την αντίληψη. Μελετώντας προσεκτικά στοιχεία για ζευγάρια διδύμων από τη Σουηδία και τη Δανία, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η γενετική κληρονομιά ευθύνεται περίπου για το 50% της διάρκειας της ζωής μας, ποσοστό υπερδιπλάσιο από τις παλαιότερες εκτιμήσεις. Η βασική καινοτομία της μελέτης ήταν ότι κατάφερε να απομονώσει και να αφαιρέσει από τους υπολογισμούς την επίδραση της «εξωγενούς θνησιμότητας», δηλαδή των θανάτων που προκαλούνται από ατυχήματα, λοιμώξεις ή άλλες εξωτερικές αιτίες. Στα παλιά δεδομένα, η αιτία θανάτου συχνά αγνοούνταν, με αποτέλεσμα να συγκρίνεται άδικα η τύχη ενός διδύμου που πέθανε στα 90 από φυσικά αίτια με εκείνη του αδελφού του που χάθηκε στα 30 από μια επιδημία χολέρας, δίνοντας την εντύπωση ότι τα γονίδια δεν μετρούν.
Ουσιαστικά, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι το γενετικό μας αποτύπωμα έδινε πάντα δυνατό σήμα, αλλά ήταν θαμμένο κάτω από τον θόρυβο τυχαίων γεγονότων. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι οι επιλογές μας είναι ασήμαντες, αφού το υπόλοιπο 50% εξακολουθεί να εξαρτάται από εμάς, τη διατροφή, την άσκηση και το περιβάλλον μας. Απλώς, όπως εξηγούν οι ερευνητές, ανοίγει νέους δρόμους για την επιστήμη, καθώς επιβεβαιώνει ότι αξίζει να επενδύσουμε στην αναζήτηση εκείνων των προστατευτικών γονιδίων που βοηθούν πολλούς ανθρώπους να φτάσουν σε βαθιά γεράματα χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας.
Αν αναρωτιέστε πώς συνδέεται αυτό με το κάπνισμα, η απάντηση βρίσκεται σε ένα συναρπαστικό παράδοξο. Υπάρχουν άνθρωποι που κάπνιζαν μια ζωή και έφτασαν στα 90, ενώ άλλοι πεθαίνουν πρόωρα. Η νέα έρευνα εξηγεί ότι το κάπνισμα λειτουργεί ακριβώς όπως εκείνες οι παλιές επιδημίες: είναι ένας ισχυρός εξωγενής παράγοντας που «κρύβει» την αληθινή γενετική προδιάθεση. Μελέτες σε μακρόβιους καπνιστές έχουν εντοπίσει ένα δίκτυο γονιδίων που τους επιτρέπει να επιδιορθώνουν αποτελεσματικότερα τις βλάβες που προκαλεί η νικοτίνη, προσφέροντάς τους μια φυσική ασπίδα ανθεκτικότητας.
Για τη συντριπτική πλειοψηφία, όμως, το κάπνισμα παραμένει ένα καταστροφικό περιβαλλοντικό χτύπημα. Η μεγάλη εικόνα, λοιπόν, είναι ότι ενώ δεν μπορούμε να επιλέξουμε τα γονίδιά μας, μπορούμε να διαμορφώσουμε το περιβάλλον μας, και αυτό ακριβώς κάνουν πρωτοβουλίες όπως η πρόσφατη απαγόρευση πώλησης καπνού σε ανηλίκους, δίνοντας σε όλα τα παιδιά μια δίκαιη ευκαιρία να αξιοποιήσουν στο έπακρο το γενετικό τους δυναμικό. Έρευνα του Weizmann Institute of Science, αμφισβητεί προηγούμενες εκτιμήσεις που περιόριζαν τον ρόλο της κληρονομικότητας στη μακροζωία.
Η ισραηλινή μελέτη
Μέχρι σήμερα, οι επιστήμονες πίστευαν ότι η γενετική παίζει σχετικά μικρό ρόλο στο πόσο θα ζήσει ένας άνθρωπος. Ωστόσο, η νέα έρευνα υποστηρίζει ότι τα γονίδια ενδέχεται να επηρεάζουν πολύ περισσότερο τη διάρκεια ζωής από ό,τι θεωρούνταν μέχρι τώρα. Η μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science, εκτιμά ότι οι γενετικές διαφορές μπορεί να εξηγούν περίπου 50% τη μεταβλητότητας κατά τη διάρκεια της ζωής των ανθρώπων, ποσοστό υπερδιπλάσιο από τις προηγούμενες εκτιμήσεις. Για δεκαετίες, οι επιστήμονες θεωρούσαν ότι η κληρονομικότητα επηρεάζει τη διάρκεια ζωής σε ποσοστό από 20% έως 25% περίπου, ενώ ορισμένες πιο πρόσφατες μεγάλες μελέτες είχαν υποστηρίξει ότι η επίδραση της γενετικής ίσως είναι ακόμα μικρότερη, ακόμα και κάτω από 10%.
Η νέα έρευνα πραγματοποιήθηκε από ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής τον Ben Shenhar, στο εργαστήριο του καθηγητή Uri Alon στο Τμήμα Μοριακής Κυτταρικής Βιολογίας του Ινστιτούτου.
Για να διερευνήσουν πιο προσεκτικά τον ρόλο της γενετικής, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από τρεις μεγάλες βάσεις δεδομένων διδύμων στη Σουηδία και στη Δανία.
Οι μελέτες διδύμων θεωρούνται ιδιαίτερα χρήσιμες για την εξέταση της κληρονομικότητας, καθώς οι μονοζυγωτικοί δίδυμοι μοιράζονται το ίδιο γενετικό υλικό. Στη συγκεκριμένη ανάλυση, οι επιστήμονες συμπεριέλαβαν όχι μόνο διδύμους που μεγάλωσαν στο ίδιο σπίτι, αλλά και δίδυμα που ανατράφηκαν σε διαφορετικά περιβάλλοντα.
Η σύγκριση αυτή επέτρεψε στους ερευνητές να διαχωρίσουν πιο καθαρά τις επιδράσεις της γενετικής από εκείνες του περιβάλλοντος.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι προηγούμενες εκτιμήσεις μπορεί να είχαν υποτιμήσει τον ρόλο των γονιδίων λόγω ενός παράγοντα που οι επιστήμονες ονομάζουν εξωγενή θνησιμότητα.
Σε αυτήν περιλαμβάνονται θάνατοι που οφείλονται σε εξωτερικά αίτια, όπως: ατυχήματα, λοιμώξεις και περιβαλλοντικοί κίνδυνοι.
Τέτοια περιστατικά μπορούν να «κρύψουν» τις βιολογικές διαδικασίες που σχετίζονται με τη γήρανση. Επειδή πολλά παλαιότερα δεδομένα δεν περιλάμβαναν πληροφορίες για την αιτία θανάτου, ήταν δύσκολο να διαχωριστούν οι θάνατοι που σχετίζονται με τη φυσική γήρανση από εκείνους που οφείλονταν σε εξωτερικούς παράγοντες.
Για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, οι επιστήμονες ανέπτυξαν ένα νέο αναλυτικό μοντέλο που συνδυάζει στατιστική ανάλυση και μαθηματικές προσομοιώσεις «εικονικών διδύμων», επιτρέποντας πιο ακριβή εκτίμηση της γενετικής επίδρασης στη διάρκεια ζωής.
Τα ευρήματα ενδέχεται να έχουν σημαντικές συνέπειες για την έρευνα γύρω από τη γήρανση και τη δημόσια υγεία. «Για πολλά χρόνια πιστεύαμε ότι η ανθρώπινη διάρκεια ζωής καθορίζεται σχεδόν αποκλειστικά από μη γενετικούς παράγοντες», ανέφερε ο Shenhar. «Αν όμως η κληρονομικότητα είναι τόσο υψηλή όσο δείχνουν τα αποτελέσματά μας, τότε ενισχύεται το ενδιαφέρον για τον εντοπισμό γονιδίων που επηρεάζουν τη μακροζωία».
Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε εδώ!
Με το WordPress Automatic Plugin από την codecanyon
Πλέον στην ιστοσελίδα μας δημοσιεύονται αυτόματα άρθρα μέσω «RSS feeds».
Από όποια σελίδα μας τα προσφέρει!
Δεν φέρουμε καμιά απολύτως ευθύνη για το περιεχόμενο.
Αν πιστεύεται πως αυτό το άρθρο πρέπει να διαγραφεί μην διστάσετε να μας βρείτε στα social media.



