
Από κυβερνητική βιτρίνα για την «επόμενη ημέρα» του Έβρου από τις φωτιές του 2023 σε μια εξαιρετικά άβολη πολιτική εκκρεμότητα για το Μέγαρο Μαξίμου κινδυνεύει να μετατραπεί το πολυδιαφημισμένο σχέδιο ανασυγκρότησης της περιοχής.
Σχεδόν τρία χρόνια μετά τη μεγάλη καταστροφική φωτιά του 2023, η συζήτηση που άνοιξε ξανά γύρω από το «Έβρος Μετά» φέρνει την κυβέρνηση αντιμέτωπη με ένα ερώτημα πολύ πιο πεζό από τα masterplans και τα μεγαλόπνοα σχέδια. Τι από όλα όσα ανακοινώθηκαν έχει πράγματι γίνει;
Αυτή τη φορά, μάλιστα, η αμφισβήτηση δεν ξεκίνησε από κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης. Στον πυρήνα της νέας πολιτικής αναταραχής βρίσκεται ο Σταύρος Μπένος, δηλαδή το πρόσωπο που η ίδια η κυβέρνηση επέλεξε για να ηγηθεί της προσπάθειας ανασυγκρότησης μετά την καταστροφική πυρκαγιά.
Και αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη παράμετρος για το Μαξίμου. Διότι άλλο είναι να καταγγέλλει η αντιπολίτευση ότι οι κυβερνητικές εξαγγελίες έμειναν στα χαρτιά και άλλο να εκφράζει βαθιά απογοήτευση ο άνθρωπος που επιστρατεύτηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη για να προσδώσει αξιοπιστία στο εγχείρημα.
Η υπόθεση αποκτά έτσι χαρακτηριστικά πολιτικού μπούμερανγκ. Η κυβέρνηση είχε επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στην εικόνα μιας οργανωμένης επανεκκίνησης του Έβρου μετά την καταστροφή. Σήμερα καλείται να αποδείξει ότι πίσω από την εικόνα υπήρχε και αντίστοιχο αποτέλεσμα.
Από τις υποσχέσεις στον απολογισμό
Το σημείο αυτό επιχειρεί να μετατρέψει σε πεδίο πίεσης η αντιπολίτευση. Με διαφορετική ένταση και πολιτική γλώσσα, ΣΥΡΙΖΑ και Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη καταλήγουν στο ίδιο βασικό αίτημα. Να ανοίξουν τα χαρτιά του «Έβρος Μετά».
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη αποφεύγει τις υψηλές αντιπολιτευτικές κορώνες και χτυπά την κυβέρνηση εκεί όπου η απάντηση δεν μπορεί εύκολα να δοθεί επικοινωνιακά, δηλαδή στους αριθμούς.
Τρία χρόνια και 14 συνεδριάσεις της Επιτροπής Ανασυγκρότησης μετά, σημειώνει, οι κάτοικοι θα έπρεπε να γνωρίζουν όχι ποιο είναι το masterplan, αλλά πόσο από αυτό έχει ήδη υλοποιηθεί. Θέτει έτσι μια σειρά ερωτημάτων που ουσιαστικά συγκροτούν ένα αίτημα πλήρους «ακτινογραφίας» του κυβερνητικού σχεδιασμού. Ποια έργα υπήρχαν πριν από το «Έβρος Μετά» και απλώς ενσωματώθηκαν σε αυτό, ποια προέκυψαν πραγματικά από το νέο σχέδιο, ποια διαθέτουν εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, ποια δημοπρατήθηκαν, για ποια έχουν υπογραφεί συμβάσεις και, κυρίως, πόσα χρήματα έχουν μέχρι σήμερα πραγματικά εκταμιευθεί.
Το ερώτημα που συνοψίζει την παρέμβασή της είναι ίσως και το πλέον επικίνδυνο πολιτικά για την κυβέρνηση: ποιο είναι το πρόσθετο και μετρήσιμο αποτέλεσμα του «Έβρος Μετά»;
Διότι εάν μέσα στο masterplan έχουν ενταχθεί έργα που ούτως ή άλλως είχαν σχεδιαστεί ή δρομολογηθεί, τότε η πραγματική προστιθέμενη αξία της πολυδιαφημισμένης ανασυγκρότησης χρειάζεται να αποτυπωθεί ξεχωριστά.
Υπάρχει, όμως, ακόμη ένα ανησυχητικό σήμα. Οι Αγροτικοί Σύλλογοι του Έβρου, σύμφωνα με την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, επέλεξαν να απέχουν από τη 14η συνεδρίαση της Επιτροπής Ανασυγκρότησης, εκφράζοντας δημόσια την απογοήτευσή τους. Μια εξέλιξη με ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς πρόκειται ακριβώς για τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι βρίσκονται στον πυρήνα οποιουδήποτε σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της περιοχής.
Η «βόμβα» Μπένου
Ο ΣΥΡΙΖΑ από την πλευρά του ανεβάζει πολύ περισσότερο τους τόνους, βλέποντας στην υπόθεση μια ευκαιρία να πλήξει ευθέως την αξιοπιστία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η αναπληρώτρια γραμματέας του κόμματος και πρώην βουλεύτρια Έβρου Νατάσα Γκαρά μιλά για κατάρρευση του κυβερνητικού masterplan και αξιοποιεί ως βασικό επιχείρημα όσα καταλόγισε ο ίδιος ο Σταύρος Μπένος στην πορεία του εγχειρήματος.
Σύμφωνα με την ίδια, οι αρχικές προσδοκίες αφορούσαν πακέτο έργων που ξεπερνούσε τα 3 δισ. ευρώ, για να καταλήξει η συζήτηση σε μια Ολοκληρωμένη Χωρική Επένδυση περίπου 300 εκατ. ευρώ. Ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζει αυτή την απόσταση ως απόδειξη μιας μεγάλης πολιτικής υποχώρησης σε σχέση με όσα είχαν καλλιεργηθεί ως προσδοκία μετά την καταστροφή.
Η κ. Γκαρά χρησιμοποιεί βαριές εκφράσεις, υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος ο κ. Μπένος περιέγραψε ουσιαστικά μια κατάσταση στην οποία η κυβέρνηση δεν προχώρησε τα έργα και τις χρηματοδοτήσεις που είχαν συζητηθεί. Η Κουμουνδούρου μιλά πλέον για «καθαρή πολιτική και αντιπαραγωγική ήττα», επιχειρώντας να μετατρέψει τον πρώην επικεφαλής της Επιτροπής στον πιο δύσκολο μάρτυρα κατηγορίας για την κυβέρνηση.
Η Νατάσα Γκαρά θέτει ευθέως το ερώτημα τι δεσμεύσεις είχε λάβει ο κ. Μπένος όταν δέχθηκε να αναλάβει και γιατί χρειάστηκε να περάσει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα για να φτάσουμε στη σημερινή σύγκρουση. «Δεν έβλεπε ότι δεν έχει πέσει ούτε καρφίτσα στον Έβρο και δεν έχει προχωρήσει τίποτα;» διερωτάται, μεταφέροντας μέρος της πίεσης και στον άνθρωπο που σήμερα καταγγέλλει την κυβερνητική διαχείριση.
Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο από ένα masterplan
Η πραγματική πολιτική πληγή, ωστόσο, βρίσκεται βαθύτερα. Γιατί η φωτιά του 2023 δεν δημιούργησε τα μεγάλα προβλήματα του Έβρου. Τα έκανε ακόμη δυσκολότερα.
Πίσω από την αντιπαράθεση για τα δισεκατομμύρια, τις ΟΧΕ και τις συνεδριάσεις επιτροπών βρίσκεται μια περιοχή που εδώ και χρόνια παλεύει με τη δημογραφική συρρίκνωση, τη φυγή νέων ανθρώπων, την υποχώρηση δημόσιων υπηρεσιών και την κρίση της πρωτογενούς παραγωγής.
Κάθε σχολείο που αναστέλλει τη λειτουργία του, κάθε υπηρεσία που συρρικνώνεται, κάθε νέος που αναζητεί δουλειά μακριά από την περιοχή λειτουργεί σωρευτικά σε έναν τόπο όπου η έννοια της «ανασυγκρότησης» δεν μπορεί να περιορίζεται στην αποκατάσταση των ζημιών από μια φυσική καταστροφή.
Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η αντιπολίτευση επιχειρεί να αναμετρηθεί με ένα από τα ισχυρότερα αφηγήματα της ΝΔ για τον Έβρο.
Η κυβέρνηση έχει επενδύσει επί χρόνια στην έννοια της ασφάλειας της ακριτικής περιοχής, πρωτίστως μέσα από το μεταναστευτικό, την προστασία των συνόρων και τη γεωπολιτική σημασία τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί τώρα να αλλάξει το περιεχόμενο της ίδιας λέξης.
«Ασφάλεια», σύμφωνα με την κ. Γκαρά, είναι να μπορεί κάποιος να εργαστεί με αξιοπρεπείς όρους, να μετακινηθεί, να έχει πρόσβαση σε υποδομές και υπηρεσίες και, τελικά, να έχει λόγο να παραμείνει στον τόπο του. «Αυτό σημαίνει στηρίζω μια ακριτική περιοχή και όχι φωτογραφίες και εξαγγελίες στις γιορτές», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Πρόκειται για μια αντιπαράθεση που υπερβαίνει το ίδιο το masterplan. Τι σημαίνει τελικά κρατική παρουσία στον Έβρο; Αρκούν η φύλαξη των συνόρων και οι συμβολικές επισκέψεις της πολιτικής ηγεσίας ή η εθνική σημασία μιας ακριτικής περιοχής μετριέται και από το εάν μπορεί να κρατήσει τους κατοίκους της;
Το πρόβλημα της αξιοπιστίας
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και ο μεγαλύτερος πολιτικός κίνδυνος για την κυβέρνηση. Το «Έβρος Μετά» δεν ήταν ένα σχέδιο που κληρονόμησε από κάποιον προηγούμενο. Ήταν δική της πολιτική πρωτοβουλία, που ανακοινώθηκε ως απάντηση σε μια εθνικών διαστάσεων καταστροφή, με πρόσωπο επιλογής του πρωθυπουργού στην ηγεσία της προσπάθειας και με ιδιαίτερα υψηλές προσδοκίες για την επόμενη ημέρα.
Γι’ αυτό και η δημόσια ρήξη με τον Σταύρο Μπένο είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί ως μια συνηθισμένη πολιτική γκρίνια. Όταν ο άνθρωπος που επιστρατεύθηκε για να ενσαρκώσει το σχέδιο ανασυγκρότησης εμφανίζεται βαθιά απογοητευμένος από την πορεία του, η κυβέρνηση δεν καλείται απλώς να απαντήσει σε μια ακόμη ανακοίνωση της αντιπολίτευσης. Καλείται να εξηγήσει τι απέγινε μια δική της εξαγγελία.
Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε εδώ!
Με το WordPress Automatic Plugin από την codecanyon
Πλέον στην ιστοσελίδα μας δημοσιεύονται αυτόματα άρθρα μέσω «RSS feeds».
Από όποια σελίδα μας τα προσφέρει!
Δεν φέρουμε καμιά απολύτως ευθύνη για το περιεχόμενο.
Αν πιστεύεται πως αυτό το άρθρο πρέπει να διαγραφεί μην διστάσετε να μας βρείτε στα social media.



